Απόστολος Θηβαίος | Οι έγκλειστοι ή τ’ όνειρο του Τζιάκομο

© Graciela Iturbide

Είναι αμφίβολα τα κατορθώματα αυτού του τύπου, πάντως ήξερε που λέμε την τέχνη, ρε τι ‘ναι τούτος εδώ και άλλα τέτοια, έδιναν και έπαιρναν. Ο σχολιασμός ανήκει στους τροφίμους του σωφρονιστικού καταστήματος. Μια χούφτα άνθρωποι όλοι και όλοι, καταδικασμένοι για απάτες και μικροκλοπές. Θα έμεναν μερικούς μήνες στο ίδρυμα και έπειτα θα ξεχύνονταν και πάλι στις εξοχές, γυρεύοντας καμιά δεσποινιδούλα για να ξενυχτήσουν ευχάριστα ή τίποτε ζωντανά, μπας και εξασφαλίσουν κάποιο άλογο που θα τους πήγαινε μακρύτερα, όλο και μακρύτερα από τούτη τη ζωή τη σκληρή, την τρομερή, τη γεμάτη εμπόδια, τη σπαρμένη από λάθη, Θεέ μου πόσα από τούτα!

Κάθε Κυριακή ερχόταν ο βιβλιοθηκάριος. Μάζευε τα δανεισμένα βιβλία και λάνσαρε τίποτε καινούριους τίτλους, όχι με ιδιαίτερη ζέση. Λέγεται πως εντός των βιβλίων μεταφέρονταν λογής νέα και σημειώματα, που αν έπεφταν στην αντίληψη κάποιου φρουρού θα σήμαιναν ευθύς, κάποιο κόλπο εν τη γενέσει του. Ορισμένα είχαν λεπτομερείς περιγραφές κάποιου σχεδίου αποδράσεως ή πάλι υπολόγιζαν τα χρωστούμενα ποιος ξέρει από τι δοσοληψία ύποπτη.

Πέρασε και από το δικό του το κελί. Τον κοίταξε με μια μια πίκρα, άλλο να στο λέω και άλλο να το βλέπεις. Το βλέμμα του βιβλιοθηκάριου τέλειωνε στον γκρίζο τοίχο του κελιού. Σε μια άκρη έπεφτε μια λωρίδα από φως και ήταν η αιτία για να πληγωθεί κανείς περισσότερο, παρά μια εξαίρεση σε εκείνη τη σκοτεινιά την αφόρητη. Ο βιβλιοθηκάριος τον ρώτησε αν θα ήθελε κάποιο βιβλίο. Έσπρωξε το καρότσι του εμπρός στον νεαρό τρόφιμο και είπε πως θα έκανε ένα διάλειμμα. Πως μέχρι να τελειώσει μπορούσε να χαζέψει τα βιβλία και αν κανένα του γυαλίσει, “Εδώ είμαστε, γιατί να βιαστείς”, πρόσθεσε, σαν να ‘θελε να του υπενθυμίσει πως για αυτούς δεν υπάρχει άλλος δρόμος, έξω από τούτο το στενό κελί με το φως που τεμαχίζει τους τοίχους, έτσι στα ξαφνικά σαν τίποτε το προηγούμενο.

Και ο νεαρός πήρε κάπως βαριεστημένα να περιεργάζεται τα βιβλία. Στην αρχή τα ξεφύλλιζε βιαστικά, σαν τάχα να μην μπορούσε να βρει τίποτε από όσα ζητούσε εκεί μέσα. Κάπου κάπου έδινε μια σημασία αυξημένη, μα γρήγορα άφηνε το βιβλίο στο καρότσι και έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάποιο με φωτογραφίες και λεζάντες. Είχε πεθυμήσει τα χρώματα, πάει καιρός που στη ζωή του κυριάρχησε το γκρίζο. Ο μολυβένιος ουρανός εκεί έξω και ένας άλλος στην οροφή του κελιού του. Ίσως να γύρευε την ομορφιά μες στην ασχήμια της πραγματικότητας. Όλα φαντάζουν σκέτη πορνογραφία και η ασχήμια μεταμορφώνεται σε συνήθεια που μαθαίνουμε να υπομένουμε.

Μα “καλύτερα να διαλέξεις κάποιο, η ώρα έχει περάσει” είπε ο βιβλιοθηκάριος και ήταν αρκετό. Αυτό ήταν αρκετό. Μα δυσκολευόταν και δεν είχε την παραμικρή ιδέα αν θα έπρεπε να επιλέξει κάποιο μυθιστόρημα ή στίχους ή πάλι μια ιστορική μονογραφία, κάτι τέλος πάντων που θα τον γοήτευε και ίσως να τον έκανε να ξεχάσει.

Και τότε το βρήκε. Ήταν η “Ιστορία της ζωής μου” του Τζιάκομο Τζιρόλομο Καζανόβα που έζησε πριν από χρόνια, για την ακρίβεια πριν από μερικούς αιώνες και ίσως ακόμη παλιότερα. Αυτός ο τύπος λοιπόν, ισχυριζόταν πως κατόρθωσε στη ζωή του να πλανέψει ουκ ολίγες δεσποσύνες. Ο βίος του δαπανήθηκε σε βασιλικές αυλές και υψηλούς κοινωνικούς κύκλους. Μα έμελε να τελειώσει τόσο τραγικά και μάλιστα με ένα πόστο που διόλου δεν ταίριαζε στις εμπειρίες και τα βιώματά του. Για την ακρίβεια υπήρξε και αυτός βιβλιοθηκάριος, μα λίγη σχέση είχε με εκείνον που καπνίζει εμπρός από το παράθυρο του κελιού και το φως διαπερνά το πρόσωπό του προβάλλοντας στον τοίχο σκιές και αλήθειες.

Κανόνισαν τα διαδικαστικά, το βιβλίο παραδόθηκε και ο νεαρός άρχισε να το διαβάζει. Στην αρχή κάπως νωθρά, μα όσο περνούσε η ώρα του φαινόταν πως ετούτη η ανάλαφρη ιστορία, η ίσως απίστευτη, μα την ίδια στιγμή τόσο συναρπαστική επέβαλε το ρυθμό της.

Θα ‘θελε να ‘ταν εκείνος ο Τζιάκομο που ξεσήκωνε τα κοριτσόπουλα στην Βενετιά και αλλού. Θα ‘θελε να ‘ταν αυτός που γλίτωνε την πιο κρίσιμη στιγμή από την τρομερή αποκάλυψη της μοιχείας, του φριχτού εκείνου αμαρτήματος που διέπραξε. Όχι με μια, αλλά με δεκάδες δεσποινίδες και κυράδες καθ’όλα ευυπόληπτες, γυναίκες άξιων λινουργών γυμνών από τον κάματο κάτω από τις αδιάκοπες βροχές του Λίβερπουλ.

Την ανάγνωση διέκοψε η φωνή του φρουρού. Ανακοίνωνε σαν πάντα πως κλείνουν τα φώτα. Και ο νεαρός άφησε το βιβλίο χάμω στο πάτωμα, γύρισε προς την πλευρά του τοίχου και τότε όλα επέστρεψαν. Το πρόσωπό της, το γέλιο της, εκείνο το πρόστυχο, το υποτιμητικό που θόλωσε το νου του. Τα λόγια που αντάλλαξαν ήσαν σκληρά, δεν μπορούσε να γίνει τίποτε για να κολλήσει το γυαλί. Όλα είχαν ραγίσει και ο κόσμος έτρεμε σαν τελευταία ανάσα. Βλέπετε, το πιο άφθαρτο μέρος του ανθρώπου είναι οι στάχτες της μνήμης.

Ο φρουρός πέρασε για δεύτερη φορά. Κοίταξε πίσω από τα κάγκελα, από παντού φθάνανε μυρωδιές. Και η άνοιξη έβαζε τα δυνατά της για να επικρατήσει στα σημεία. Θα πρέπει να αντέξει, να αντέξει και αυτή τη νύχτα. Εκείνος θα ξυπνήσει μόνον όταν σηκωθεί ο ήλιος και σταλάξει το φως από το μικρό παραθυράκι. Ο νεαρός έστεκε ακίνητος και συλλογιζόταν τον Τζιάκομο. Δες τον που ξεγλιστρά σε μια άλλη εποχή. Μόνη του συντροφιά μια άγρια μοναξιά.

Εύχεται να’μενε λέει στο όνειρο, σαν πλοίο που ξεβράστηκε στα ανοιχτά. Δίχως εμπόρευμα, δίχως πλήρωμα καθόλου δεν νοιάζεται για τη σκουριά που ελίσσεται σαν φυτό σπάνιο και ακριβό. Μα αυτό δεν γίνεται. Να μείνει στ’όνειρο δεν είναι δυνατό. Το επιβεβαιώνει το ρυθμικό σφύριγμα του σκοπού που περνά τρεις και τέσσερις φορές καθ’όλη τη διάρκεια της νύχτας.

Το πρωί ο υπεύθυνος της πτέρυγας ήρθε και στάθηκε εμπρός από το κελί του. Παρήγγειλε να τ’ανοίξουν την πόρτα και έσπρωξε απαλά τον καινούριο τρόφιμο. Εκείνος βρήκε μια γωνιά και κάθισε διστακτικά, επάνω στο φωτεινό μονοπάτι που μακραίνει όσο περνούν οι ώρες.

Ο νεαρός ξύπνησε κάπως ταραγμένος. Κοίταξε τον καινούριο, τι ώρα τον είχαν φέρει, ποιο να ‘ταν το ονομά του, άραγε του αρέσει να διαβάζει πού και πού; Ανασηκώθηκε από τη θέση του ενώ ο καινούριος τον μιμήθηκε και οι δυο τους όρθιοι και στητοί αντάλλαξαν μερικά καλωσορίσματα. Μα μόλις είπε το όνομά του ο νεαρός χλόμιασε. Ρώτησε άλλη μια φορά ελπίζοντας πως είχε παρακούσει. Τζιοβάνι αποκρίθηκε εκείνος και αυτό αρκούσε για να ανακαλέσει τα γεγονότα της χθεσινής μέρας, δίχως τίποτε να χαθεί από τα βιβλία και τον πλανευτή Τζιάκομο που υπερασπίστηκε ένα παράδοξο επάγγελμα, πασπαλισμένο με καθάριο άρωμα γιασεμιού, όχι κάτι λιγότερο.

Ο Τζιάκομο, ο καινούριος αυτός τρόφιμος του φάνηκε πολύ συμπαθής. Και ας έφεγγε θυμόταν, ένας σορός ερειπίων στη ράχη του, και ας έστεκε στο φόντο, πέρα μακριά από τούτο εδώ το παράθυρο, μια μοντέρνα, αρχαιολογική επιτροπή που τίποτε δεν μπορούσε να προσθέσει στα συνολικά ευρήματα.

Απόστολος Θηβαίος