Κία Φιλιππίδου | Συνοδηγός

© Willy Ronis

Ευτυχώς τους είδε από μακριά. Έτρεχαν πάνω κάτω στην Εθνική οδό, γύρω από το πλαγιασμένο φορτηγό.  Πολλά αυτοκίνητα ήταν παρκαρισμένα και στα δύο ρεύματα και άνθρωποι πηγαινοέρχονταν κάνοντας σήματα με το χέρι να σταματήσουν τους διερχόμενους. Έκοψε ταχύτητα. Πλησιάζοντας άρχισε να ξεχωρίζει χαρακτηριστικά και εκφράσεις. Αλλά και κάτι άλλο. Ζώα έτρεχαν. Γουρούνια και γουρουνάκια.  Άλλα έτρεχαν στο χαντάκι δίπλα από το οδόστρωμα, άλλα στη Λ.Ε.Α, άλλα ακόμη πηδούσαν έξω από την αναποδογυρισμένη καρότσα. 
Σταμάτησε τελείως και παρακολούθησε με αγωνία τον αγώνα των χοίρων να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Διάφοροι οδηγοί είχαν παρατήσει τα τιμόνια τους και κρατούσαν γουρούνια μεσαίου μεγέθους από το κεφάλι, από τα πόδια, ή από την κοιλιά, βοηθώντας τον φορτηγατζή να μαζέψει τα ζώα που το έσκαγαν. Τον βοηθούσαν να τα βάλει πίσω στο πλαγιασμένο όχημα, δένοντάς τα μεταξύ τους από το λαιμό με βάρβαρες θηλιές και ναυτικούς κόμπους. Αναρωτήθηκε που τους έμαθε τους ναυτικούς κόμπους ο συνεργάτης του σφαγέα. 
Προσπάθησε να μη βλέπει και κοίταξε πέρα, στα χωράφια. Είδε μερικά γουρούνια που είχαν καταφέρει να γίνουν πολύ μικρά στο μάτι, άρα είχαν φτάσει σε απόσταση ασφαλείας, μπορεί και να γλίτωναν. Αν έβρισκαν ένα δάσος εκεί κοντά θα γλίτωναν για ένα μικρό διάστημα. Μέχρι να έρθουν τα μεγάλα κρύα και να κατέβουν οι λύκοι χαμηλά, να βρουν τροφή.  Όμως όσο έφτανε το μάτι της, οι αγροί ήταν σπαρμένοι εργοστάσια. Και πολλά από αυτά ήταν εργοστάσια αλλαντικών. 
Ο φορτηγατζής και οι αυτοσχέδιοι βοηθοί του είχαν αφήσει τώρα το οδόστρωμα κι έτρεχαν να προλάβουν τα γουρούνια στους αγρούς. Το δειλινό έδινε τη θέση του στο μούχρωμα κι εκείνη αισιοδοξούσε ότι δεν θα τα έβρισκαν. Καθυστέρησε να ξανανάψει τη μηχανή. Σκεφτόταν μήπως μπορούσε να πάει να τα λύσει, να τα βοηθήσει να ξαναβγούν από την πλαγιαστή φυλακή που εύκολα θα εγκατέλειπαν αν δεν ήταν δεμένα. Όμως οι άνθρωποι που ήταν μαζεμένοι ακόμη εκεί, ήταν πολλοί κι έπαιρναν εντολές από έναν τύπο που το έπαιζε αρχηγός. Ήταν μάλλον αυτός που συνόδευε τα ζώα στο σφαγείο, ο κτηνοτρόφος, ή ο υπάλληλος του. Ο άνθρωπος που μετέτρεπε τα ζώα σε εμπόρευμα, αυτός που θα της έλεγε: «Είσαι κλέφτρα», και θα έστρεφε εναντίον της όλους όσους είχαν βοηθήσει στο δέσιμο των χοίρων, στο μάντρωμά τους. Απρόθυμα, παραδομένη στη νόρμα, πήγε να στρίψει το κλειδί, να ξεκινήσει για να μην ακούει τις φωνές απελπισίας των χοίρων, τις φωνές μίσους των ανθρώπων, τα αστειάκια, όπως: «Στάσου, μην κουνιέσαι, σκάσε, μη σκούζεις, δεν σε σφάζουμε τώρα…Πιο ύστερα». Τη στιγμή εκείνη άκουσε έναν θόρυβο περίεργο, ένα ξύσιμο. Ακουγόταν δεξιά της, σα να ήταν έξω από την πόρτα του συνοδηγού. Από το παράθυρο δεν έβλεπε τίποτα. Έγειρε ακουμπώντας την κοιλιά της στην παλιά λευκή ηλεκτρική κουζίνα που μετέφερε στο εξοχικό της, άνοιξε την πόρτα, κι ένα γουρουνάκι μικρού μεγέθους, με καρτουνίστικη μύτη, και ακόμη πιο καρτουνίστικη ουρά, έσπευσε να μπει μέσα. Κουλουριάστηκε κάτω από τη συσκευή, που άφηνε το δάπεδο κενό, στερεωμένη η μισή στο κάθισμα που ήταν τραβηγμένο όσο πιο πίσω γινόταν, και η άλλη μισή στον αέρα, σε πρόβολο, μέχρι το παρμπρίζ.  
Κατάπληκτη, δίστασε για λίγο, έως ότου καταλάβει ότι το ζωάκι, ροζ-σωμόν και βρωμερό, είχε κρυφτεί τελείως κάτω από το λευκό φορτίο της. Τότε ξεκίνησε. Όσο απομακρυνόταν ένα αίσθημα θριάμβου την καταλάμβανε. Το είχε σώσει. Είχαν διαφύγει. 

Οδήγησε για περίπου άλλη μια ώρα, έχοντας μισάνοιχτο το παράθυρο γιατί ο φυγάδας ανέδιδε «άρωμα στάβλου». Έφτασε στο εξοχικό της. Άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και το γουρουνάκι έβγαλε πρώτα τη μουσούδα κάτω από την ηλεκτρική συσκευή, μύρισε την ατμόσφαιρα, κρύα και σκοτεινή, αλλά όχι εχθρική, και μετά άπλωσε τα δύο μπροστινά του πόδια, τραβώντας ήρεμα και με αυτοπεποίθηση το υπόλοιπο σώμα του έξω από το αυτοκίνητο. Μετά προχώρησε στην καγκελόπορτα του κήπου και κόλλησε πάνω της. Τότε για πρώτη φορά το σκέφτηκε: Και τώρα; Τί θα έκανε ένα χοίρος, μάλλον σε προεφηβεία,  μάλλον αρσενικός, προικισμένος με όλα τα χαρακτηριστικά που έχουν κάνει το είδος του ιδανικό για εικονογραφημένα παραμύθια και ταινίες κινουμένων σχεδίων, αλλά και για πικάντικα λουκάνικα, σε ένα έρημο καλοκαιρινό θέρετρο, στη μέση του χειμώνα; Εκείνη θα έμενε μόνο μια νύχτα, είχε πάει μπρος-πίσω για τη μεταφορά της κουζίνας. Το πρωί θα επέστρεφε στην Αθήνα. 
Στο μεταξύ ο μικρός χοίρος την περίμενε, κοιτώντας πότε προς το μέρος της, πότε προς την καγκελόπορτα, με ένα ύφος ανυπομονησίας, προσμονής και ενθάρρυνσης. M’ ενθαρρύνει να τον πάρω μέσα, μαζί μου! Θυμήθηκε ένα παιδικό καρτούν. Ο Πόρκυ!  Ξεκλείδωσε, και εκείνος έσπευσε να μπει πρώτος. Τριγύρισε βιαστικά στο πλακόστρωτο, και μετά σχεδόν «βούτηξε» στο παρτέρι με το χώμα κι άρχισε να κάνει γιουβαρλάκια. Το χώμα ήταν υγρό και το dirty pink του δέρματός του, απόκτησε και βούλες. Και τώρα; Τι τον κάνω; Άφησε την πρωτοβουλία σε κείνον. Άνοιξε την ξύλινη βαριά πόρτα και ο Πόρκυ την έσπρωξε με τη στρογγυλή μύτη του και μπήκε πρώτος μέσα. Όχι, αυτό δεν θα το άντεχε! Ήταν που ήταν βρώμικο το σπίτι – είχε να καθαριστεί από τον Σεπτέμβριο- αν έμπαινε και το γουρούνι μέσα θα γινόταν και αρωματικό. Έβγαλε ένα μήλο που είχε πάρει μαζί της πριν ξεκινήσει, το έδειξε στον Πόρκυ, του έκανε ψι-ψι σα να ήταν γάτα,  και υποχώρησε προς την πόρτα για να την ακολουθήσει και να τον κλείσει απέξω. Ό Πόρκυ δεν την ακολούθησε. Αντίθετα ξάπλωσε στα πλακάκια και την κοίταξε ίσια και σταθερά στα μάτια. Της δήλωνε ότι δεν θα πήγαινε πουθενά. Είχε αποφασίσει να μείνει εκεί. 
Άρχισε να σκέφτεται ότι δεν έπρεπε να τον φυγαδεύσει. Ας το έσκαγε στους αγρούς. Θα κυνηγούσε τυφλοπόντικες και ασβούς -δεν ήξερε τι ζώα ζουν στα χωράφια, αλλά κάτι έπρεπε να ζει- κάπου θα υπήρχε και νερό. Θα έβρισκε και αγριόχοιρους να κάνει παρέα. Αλλά είχε διαβάσει ότι οι αγριόχοιροι δεν έβρισκαν τι να φάνε και είχαν κατέβει μέχρι την Εκάλη για να βοσκήσουν στα σκουπίδια. Να τον άφηνε εκεί, στην εξοχή; Τα παραλιακά χωράφια γύρω από το σπίτι της δεν τα καλλιεργούσαν πια, είχαν μετατραπεί σε οικόπεδα, και κανείς δεν έμενε στην περιοχή κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Να τον ανέβαζε κοντά στο χωριό που έμεναν άνθρωποι; Κάτι θα έβρισκε να φάει αλλά μάλλον πολύ σύντομα κάποιος θα τον έπιανε και θα τον έκανε στο φούρνο. Αναποφάσιστη για το πως θα αντιμετώπιζε τον φιλοξενούμενό της, ανέβαλε την έξωση που σχεδίαζε να του κάνει. Σηκώθηκε, πήγε στην αποθήκη στο πίσω μέρος του κήπου, και βρήκε ένα πλατύ ξύλο με ρόδες που είχε για να μετακινεί βαριά αντικείμενα. Το πήρε, το έβαλε μπροστά στο αυτοκίνητο και με αρκετή δυσκολία φόρτωσε την λευκή συσκευή πάνω του. Την κύλισε μέχρι την είσοδο του σπιτιού, και αφού με χίλια ζόρια την έβαλε μέσα, μπήκε, την πήγε στην κουζίνα και μετά γύρισε στο καθιστικό να κλείσει την εξώπορτα και να πάρει την τελική απόφαση για τον τρόπο που θα υποχρέωνε τον Πόρκυ να βγει στην αυλή.  Το πρώτο πράγμα που πρόσεξε ήταν ότι το καθιστικό μύριζε καθιστικό. Καθόλου στάβλος. Κοίταξε γύρω της, πουθενά το γουρούνι. Έψαξε στα δύο υπνοδωμάτια  και δεν το βρήκε. Ενθουσιάστηκε. Βγήκε στον κήπο, έκανε τον γύρω του σπιτιού και το είδε στην αποθήκη, να κάθεται ήσυχα και με μια άνεση που έδειχνε οικειότητα, πάνω σε κάτι παλιά αφρολέξ. «Μπράβο Πόρκυ!  Δεν θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερη λύση! Είσαι πανέξυπνος!». Έτρεξε στο σπίτι, πήρε τη σανίδα μεταφοράς για να τη βάλει στη θέση της, και κάτι αρχαία κορν φλέικς που βρήκε στο ντουλάπι για να ταΐσει το γουρούνι της. Χάρηκε που του άρεσαν όπως φάνηκε από την ταχύτητα που τα έφαγε.  
Συνειδητοποίησε ότι στεκόταν μόνη της -εντάξει υπήρχε και το γουρούνι -σε μια απόλυτα ακατοίκητη γειτονιά θερινών κατοικιών, κι έσπευσε να μπει στο σπίτι, αφήνοντας όλα τα εξωτερικά φώτα, ακόμη και αυτό της αποθήκης, αναμμένα. Ίσως της αποθήκης το άφησε για τον Πόρκυ.  Τελικά καλά έκανε και τον είχε πάρει στο αυτοκίνητό. Τον ένοιωθε λίγο σα σκύλο. Αν ερχόταν κανείς να της επιτεθεί, ήταν σίγουρη ότι θα την υπερασπιζόταν. Δεν ήξερε γιατί ήταν σίγουρη, αλλά ήταν. 
Άνοιξε το air condition στο ζεστό, και την τηλεόραση στη διαπασών για να δίνει την εντύπωση ότι μέσα υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι. Ξάπλωσε να κοιμηθεί στον καναπέ του καθιστικού, όπως ήταν, με τα ρούχα. Το περίεργο ήταν ότι κοιμήθηκε. Ξύπνησε στη μέση της νύχτας από πνιχτούς θορύβους που έρχονταν απ’ έξω και ανησύχησε, όχι όμως σε επίπεδο πανικού γιατί σκέφτηκε ότι ήταν ο Πόρκυ που ήθελε να κάνει την τουαλέτα του, ή καμιά βολτίτσα στην αυλή, να κυλιστεί λίγο στο χώμα. Του είχε αφήσει την πόρτα της αποθήκης ανοιχτή. Άκουσε κάποια στιγμή και τις ρόδες της σανίδας μεταφοράς. Δεν μπόρεσε να ξανακοιμηθεί, γιατί φανταζόταν τον Πόρκυ, μόνο του, να ψάχνει να βρει κάτι να φάει, και να μη βρίσκει. Τον φανταζόταν να πλησιάζει το χωριό, κι εκεί να τον πιάνουν και να κάνουν γλέντι στην πλατεία, με χοιρινό στη σούβλα. Θυμήθηκε μια  τύπισσα στη γειτονιά της, στην Αθήνα, που παλιά είχε για κατοικίδιο μια τεράστια κατσίκα δεμένη με ένα πολύ μακρύ σκοινί σε ένα πρόχειρο υπόστεγο. Το είχε στήσει με πλίνθους και λαμαρίνες σ’ ένα άχτιστο οικόπεδο απέναντι από το σπίτι της. Κάθε πρωί, ξημερώματα, την έβγαζε βόλτα με λουρί, σαν σκύλο. Τις Παρασκευές πήγαινε στη Λαϊκή, αργά το μεσημέρι, όπου οι πωλητές την περίμεναν και της έδιναν περισσέματα ζαρζαβατικών. Αλλιώς θα τα πετούσαν,. «Μεζέδες για την Αίγα» της έλεγαν. Κάποια στιγμή, σε βαθιά γεράματα, το ζώο πέθανε, και το έθαψε στο ίδιο μέρος που το είχε δεμένο. Μετά από μερικά χρόνια χτίστηκε ένα τριώροφο πάνω από τον τάφο. Θα μπορούσε άραγε εκείνη να βρει ένα άχτιστο οικόπεδο; Μπα…Έψαξε στο ίντερνετ  «Διάσωση ζώων φάρμας».  Υπήρχε ένα καταφύγιο, και μάλιστα στη διαδρομή της επιστροφής της προς την Αθήνα. Εκτός από άπειρα σκυλιά και γατιά, είχε άλλους δύο χοίρους, τρία γαϊδουράκια, πρόβατα, κότες, κουνέλια, και δεχόταν δωρεές για virtual υιοθεσίες. Εκεί θα πήγαινε τον Πόρκυ της και θα αναλάμβανε τα έξοδά του. 
Το πρωί ήπιε βιαστικά έναν ξεθυμασμένο καφέ, και βγήκε να φορτώσει το γουρούνι της και να το πάει στο καταφύγιο. Αυτά που αντίκρυσε της προκάλεσαν κάτι πολύ κοντινό σε πανικό. Παρέλυσε. Η καγκελόπορτα ήταν σπασμένη με κομμένη την αλυσίδα που την ασφάλιζε.  Το εξώφυλλο που κάλυπτε το παράθυρο της πίσω κρεβατοκάμαρας, είχε ξηλωθεί από τον τοίχο, και κρεμόταν από τον ένα μεντεσέ. Η σανίδα μεταφοράς ήταν αναποδογυρισμένη ακριβώς από κάτω, ενώ εκείνη θυμόταν πολύ καλά ότι την είχε επιστρέψει στην αποθήκη. Δεν είχαν σπάσει ή κόψει το τζάμι. Δεν πρόλαβαν. Ο Πόρκυ τους σταμάτησε. Ο Πόρκυ ήταν άφαντος. Θα τον πήραν. Πήραν τον Πόρκυ. 
Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στο 100 να κάνει καταγγελία, αλλά φοβήθηκε να μείνει ακόμη εκεί, μόνη, στην ερημιά. Θα πήγαινε να το καταγγείλει στο Μεγάλο Χωριό, που είχε Αστυνομικό Τμήμα. Μπήκε στο αυτοκίνητο που μύριζε ακόμη λίγο Πόρκυ, και της ήρθε να βάλει τα κλάματα. Ο γουρουνάκος μου έσπρωξε τη σανίδα και τρόμαξαν. Τον είδαν όμως και τον άρπαξαν. Μ’ έσωσε λίγο πριν σωθεί αυτός για πάντα. Μερικές ώρες πριν φτάσει επιτέλους σ’ ένα καταφύγιο.   
Οδηγούσε προς το Μεγάλο Χωριό κοιτάζοντας τον δρόμο μέσα από μια κουρτίνα δακρύων. Κι εκεί, μετά από μια στροφή, θολωμένο από το σιωπηλό της κλάμα, τον είδε. Dirty pink, με λίγους λεκέδες λάσπης ακόμη από τα γιουβαρλάκια στο παρτέρι, ήρεμο, καθισμένο υπομονετικά. Την περίμενε. Με το βλέμμα αυτό που της δήλωνε ότι ήταν πια δικός της. Που την προηγούμενη μέρα δεν το είχε καταλάβει εντελώς. Νόμιζε ότι ήταν κάτι προσωρινό, ή κάτι που εκείνη το είχε φανταστεί. Φτάνοντας όμως ακριβώς δίπλα του, ανοίγοντας την πόρτα, το κατάλαβε απόλυτα. Virtual ή όχι, ήταν πια ο Πόρκυ της. 
Μπήκε και ξάπλωσε στο δάπεδο που άφηνε ελεύθερο το τραβηγμένο πίσω κάθισμα του συνοδηγού. Γύρισε το ροζ αστείο κεφάλι του και την κοίταξε με μπλε μάτια, γεμάτα εμπιστοσύνη και συντροφικότητα. 

 


Η Κία Φιλιππίδου γεννήθηκε στην Καστέλα του Πειραιά, τελείωσε το Αρσάκειο και σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Εργάσθηκε ως επικεφαλής του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας. 

Το 2021 εκδόθηκε το μυθιστόρημά της με τίτλο «Η καλοσύνη αιωρείται πάνω από δυο καρβέλια ψωμί και ένα γέρικο κουνέλι» από τις εκδόσεις Θερμαϊκός, και το 2023 το μυθιστόρημα «Κυκλαδικό Νουάρ» από τις εκδόσεις Βακχικόν. Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά.